«...“τίς ἐστιν μακάριος;”.

– “Μακάριος ἄνθρωπος ὃς εὗρεν σοφίαν, καὶ θνητὸς ὃς εἶδεν φρόνησιν” [Παροιμ. 3, 13]. Ἀναμφισβήτητα αὐτὸς ὁ μακαρισμὸς εἶναι εὐρύτερος, χωρὶς νὰ ἀκυρώνει τὸν προηγούμενο, ἀφοῦ ἡ σοφία καὶ ἡ φρόνηση εἶναι συστατικὰ καὶ τοῦ μακαρίου εὐσεβοῦς ἀνδρὸς ποὺ ἐντρυφᾶ “ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου ἡμέρας καὶ νυκτός”. Καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὸν τὸν μακαρισμὸ τὸ πνεῦμα μου ἔστησε ἕναν διάλογο· “καὶ τίς ἐστιν ἄνθρωπος σοφός;”. – “ Ἐν γὰρ λόγῳ γνωσθήσεται σοφία καὶ παιδεία ἐν ρήματι γλώσσης”, κανοναρχεῖ ἡ Σοφία Σειράχ [Σοφία Σειράχ, 4, 24]. Καὶ βέβαια ἐδῶ ὁ λόγος γιὰ τὸν ἀνθρώπινο λόγο, τὸν λόγο τοῦ σοφοῦ ἀνθρώπου καὶ ὄχι γιὰ τὸν “ἐν ἀρχῇ Λόγο” καὶ γιὰ τὸ “καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος” [Ἰωάν. 1, 1]. Ἡ γνώση τῆς σοφίας καὶ ἡ γνωριμία καὶ ἡ φανέρωσή της γίνεται μὲ τὸν λόγο. Ἄρα, “μακάριος ἀνὴρ ὁ σοφὸς ἄνθρωπος, ὁ λογοτέχνης, καὶ μαζὶ ὁ εὔλαλος ἢ εὔγλωττος κήρυκας τοῦ λόγου καὶ τῆς μαθήσεως, τῆς παιδείας!”.

Ἡ δίπλοκη αὐτὴ ἐξίσωση τοῦ μακαρίου σοφοῦ ἀνθρώπου, ἂν δὲν εἶναι ὁλότελα λανθασμένοι οἱ συλλογισμοί μου, προσδιορίζει τὸν πραγματικὸ “λογοτέχνη”, τὸν τεχνίτη τοῦ λόγου, τὸν συγγραφέα. – “Καὶ ποιός, πράγματι, εἶναι λογοτέχνης ἢ συγγραφέας;”. Γιὰ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ ‘μακάριος’ φορέας τῆς σοφίας. Ἡ σοφία ἡ ἴδια προσδιόρισε τὴν ἀντίδοση· “ἐγὼ τοὺς ἐμὲ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δὲ ἐμὲ ζητοῦντες εὑρήσουσιν” [Παροιμ. 8, 17]. Ἐδῶ, θαρρῶ, εἶναι ἡ ἀπαρχὴ καὶ ἡ ρίζα τῶν καλῶν· ἡ ζήτηση, ἡ ἔρευνα μὲ ἀγάπη καὶ ἀγαπητικὴ ἔφεση πρὸς τὴν σοφία γιὰ τὴν εὕρεση τῆς σοφίας, τὴν ὁποία ὕστερα μορφοποιεῖ ὁ λόγος καὶ τὴν ἐκφέρει ἡγλῶσσα. “Μακάριος, λοιπόν, ὁ ἀγαπῶν καὶ ζητῶν καὶ εὑρίσκων!”.

Ὁ ‘ζητῶν καὶ εὑρίσκων’, γιὰ νὰ κυριολεκτήσω περὶ τὰ πανεπιστημιακά, εἶναι ὁ ἐρευνητὴς καὶ ζητητὴς τῆς ἀλήθειας, ποὺ μὲ τὴν ἔρευνα καὶ τὴν ἐντρύφηση στοὺς λόγους τῶν πρὸ αὐτοῦ πνευμάτων καὶ τῶν ὅσα αὐτοὶ ἔγραψαν καὶ αὐτὸς ἀναγινώσκει καὶ ἐρευνᾶ καὶ ἑρμηνεύει, γίνεται καὶ συγγραφέας καί, κατὰ τὸ δώρημα ἄνωθεν, λογοτέχνης καὶ εὔλαλος διδάσκαλος καὶ διδάχος. Τὸ καλὸ σύγγραμμα ἢ βιβλίο καὶ ὁ καλὸς λόγος ὡς ὁμιλία καὶ παράδοση συνεισφέρουν στὴν καλὴ αὔξηση τῆς γνώσεως, καὶ ἢ δικαίως ἐπαινοῦνται καὶ λαμβάνονται ὡς θεμέλιοι γιὰ τὴν προσωπικὴ τοῦ καθενὸς οἰκοδομή, ἢ καὶ κατακρίνονται ἴσως, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔχει μεγάλη σημασία. Σημασία πάντως ἔχει ἡ παρρησία καὶ ἡ φανέρωση τῆς ἀλήθειας. Ὡστόσο, σχεδὸν πάντοτε παραγνωρίζεται ὁ κόπος καὶ τὸ πολυχρόνιο τῆς ἔρευνας. Ἡ ἔρευνα καὶ ἡ ζήτηση καὶ ἀναζήτηση εἶναι γιὰ τὸν ἐρευνητὴ καὶ τὸν ζητητὴ καὶ τὸν συγγραφέα “θέλημα καὶ μέλημα ἡμέρας καὶ νυκτός”. Αὐτὴ ἡ νυχθήμερη ἐνασχόληση δὲν γνωρίζει κόπους, κατὰ τὸ λεγόμενο πάλι “ὁ ὀρθρίσας πρὸς αὐτὴν (τὴν σοφίαν) οὐ κοπιάσει” [Σοφ. Σολομ. 6, 14], καὶ δὲν θέλει ἐμπόδια, ἢ μπορεῖ νὰ τὰ παραμερίζει. Καὶ γνωρίζει ὁ ἐρευνητὴς καὶ συγγραφέας ὅτι ἡ πλησμονὴ σοφίας, ποὺ ἀποκτᾶται μὲ ὀρθρισμούς, δηλαδὴ ξενύχτια μὲ ἔρευνα καὶ μελέτη, “τὸν μεθύσκει ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῆς” [Σοφ. Σειράχ, 1, 16]. Αὐτὸ τὸ μεθύσι ἀπ’ τοὺς εὔχυμους καρποὺς τῆς γνώσεως εἶναι ἡ καλύτερη ἀντιπληρωμή· καὶ ὑπομένει καὶ καρτερεῖ ὁ συγγραφεὺς θερμασμένος ἀπ’ αὐτὴν τὴν διττὴ ἀγάπη, τῆς ἔρευνας καὶ τῆς εὐκαρπίας, γιὰ προσωπικὸ ἀλλὰ καὶ “κοινὸν ὄφελος”. Κι ἐπειδή, πάλι, γνωρίζει, ‘ὁ μακάριος σοφὸς ἄνθρωπος ὁ συγγραφέας καὶ λογοτέχνης’, καὶ θέλει ἡ γνώση τῆς σοφίας νὰ εἶναι ἀκόλουθη σὲ ὅλα του τὰ διαβήματα, γιὰ νὰ ὀρθοτομεῖ τὴν πορεία του (“ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου γνώριζε αὐτήν, ἵνα ὀρθοτομῇ τὰς ὁδούς σου” [Παροιμ. 3, 6]) θυσιάζει χρόνους νεότητος καὶ μετριάζει συζυγικὴ καὶ οἰκογενειακὴ ἀπόλαυση καὶ ἀναψυχή, σ’ αὐτὸν τὸν ἀλλοιώτικο ἔρωτα ποὺ ζεῖ σὲ ὅλη του τὴ ζωή, εἴτε εἶναι μονήρης καὶ ἀναχωρητὴς εἴτε συζεῖ καὶ συσκηνώνει μὲ τοὺς ὑπεραγαπητούς του ἢ τοὺς οἰκογενεῖς.

Κι εἶναι, ἀκόμα, “θέλημα καὶ μέλημα ἡμέρας καὶ νυκτὸς” καὶ ἡ ἐκδοτικὴ μέριμνα καὶ φροντίδα τῶν καρπῶν τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ λόγου καὶ ἡ διακίνησή τους γιὰ τὸν πολλαπλασιασμὸ τῆς γνώσεως. Καὶ εἶναι τὰ πανεπιστήμια τοῦ κόσμου οἱ κατ’ ἐξοχὴν χῶροι τῆς ἔρευνας καὶ ζητήσεως τῆς ἀλήθειας, τῆς παραγωγῆς καὶ διακινήσεως τῆς γνώσεως, τῆς διδασκαλίας καὶ ἑρμηνείας ἢ ἐξηγήσεως, γιὰ νὰ “γινώσκουν οἱ ἄνθρωποι ἃ ἀναγινώσκουν” [Πράξ. 8, 30]. Καὶ δίπλα στὰ πανεπιστήμια οἱ παντοῖοι καὶ ποικιλώνυμοι ὀργανισμοί, καὶ τὰ πάμπολλα καὶ παμπληθῆ Κέντρα καὶ Ἱδρύματα Ἐρευνῶν, καὶ οἱ ἐκδοτικὲς ἁλυσίδες κατὰ πλημμυρίδες· μιὰ ὁλόκληρη καὶ πολυδαίδαλη καὶ ἀκατανίκητη παγκόσμια αὐτοκρατορία τῶν ἰδεῶν. Θέλω ὅμως νὰ βγῶ ἀπ’ τὶς ἀτραποὺς αὐτὲς καὶ τοὺς δαιδάλους ὁποὺ μὲ ὁδήγησε ἡ σκέψη μου, πρὶν ἐγερθοῦν δεινοὶ πόλεμοι ἰδεῶν. Ἐδῶ ἐνδιαφέρει ὁ καλὸς ἐκδότης, ποὺ πρέπει νὰ μακαρισθῆ κι αὐτός, γιατὶ μὲ τὴν τέχνη του καὶ τὴν τεχνογνωσία, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν φροντίδα του καὶ τὴν ἔγνοια του, ἀνύσταχτη κι αὐτοῦ πολλὲς φορές, ὁλοκληρώνει τὸν στίχο τοῦ μακαρισμοῦ· “Μακάριος ἄνθρωπος ὁ σοφός, ὁ λογοτέχνης καὶ συγγραφέας, ὁ διδάχος καὶ διδάσκαλος, ὁ διαδότης καὶ ἐκδότης!”. Σ’ αὐτὸν τὸν μακάριο ἄνθρωπο καὶ τῆς ἐποχῆς μας ταιριάζει ὁ τρίτος στίχος τοῦ α΄ ψαλμοῦ. «Καὶ ἔσται ὡς τὸ ξύλον τὸ πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων, ὁ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καὶ τὸ φύλλον αὐτοῦ οὐκ ἀπορρυήσεται· καὶ πάντα ὅσα ἂν ποιῇ κατευοδωθήσεται...».

(Ἀπὸ τὴν Ὁμιλία τοῦ Γρηγορίου Θ. Στάθη, «Θέλημα & μέλημα ἡμέρας καὶ νυκτός», κατὰ τὴν παρουσίαση τοῦ ἐκδοτικοῦ ἔργου τοῦ ΙΒΜ, στὴν Μεγάλη Αἴθουσα τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τὴν Τετάρτη 5 Ὀκτωβρίου 2005, πρώτη ἡμέρα τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.)